Είναι πολλές οι περιπτώσεις όπου ένας οφειλέτης υπαγόταν στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου 3869/2010, διασφαλίζοντας την διάσωση της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, πλην όμως το Δικαστήριο διέταζε την εκκαθάριση της υπόλοιπης ακίνητης περιουσίας του, προκειμένου το προϊόν αυτής να διατεθεί στους πιστωτές του. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, εξαιτίας της αδράνειας των εκκαθαριστών ή και της ολιγωρίας των πιστωτών να μεριμνήσουν για την επιτυχή έκβαση της εκκαθάρισης, η διαδικασία παρέμενε ανενεργή επί σειρά ετών, με αποτέλεσμα οι οφειλέτες να στερούνται επί μακρόν της εξουσίας διαχείρισης και εκμετάλλευσης των ακινήτων τους. Πλέον, κατά παγίως αποκρυσταλλωμένη νομολογιακή αρχή, στις περιπτώσεις αυτές είναι εφικτό να διαταχθεί δικαστικά η ανάκληση των εργασιών της εκκαθάρισης και η επανεγκατάσταση των οφειλετών ως των μόνων διαχειριστών των δεσμευμένων ακινήτων. Για να επιτευχθεί ο ως άνω σκοπός, ο οφειλέτης θα πρέπει να καταθέσει στο Δικαστήριο αίτηση ανάκλησης της διαταχθείσας εκκαθάρισης, και να αποδείξει στο ακροατήριο ότι τα επίμαχα περιουσιακά του στοιχεία: α) δεν είναι ευχερώς ρευστοποιήσιμα, πράγμα που σημαίνει ότι για συγκεκριμένους λόγους δεν προσελκύουν αγοραστικό ενδιαφέρον καθώς και β) ότι ακόμη και εάν ευρίσκετο αγοραστής το ποσό που θα προσέφερε για να τα αποκτήσει, εν τοις πράγμασι δεν θα βελτίωνε την θέση των πιστωτών του αιτούντος. Πολλά χαρακτηριστικά των ακινήτων που έχουν τεθεί υπό καθεστώς εκκαθάρισης μπορούν να συντελέσουν στο να αποδειχθεί το μη ρευστοποίησιμο αυτών, ενδεικτικά αναφέρεται η παλαιότητα των εκποιούμενων ακινήτων, η περιοχή στην οποία ευρίσκονται, το γεγονός ότι ο οφειλέτης διατηρεί μόνο ένα ποσοστό και όχι πλήρη κυριότητα επί αυτών καθώς και η ύπαρξη τυχόν πολεοδομικών αυθαιρεσιών που καθιστούν την μεταβίβαση ασύμφορη. Επομένως, κομβική σημασία έχει η συγκέντρωση των κατάλληλων στοιχείων που θα αποδείξουν το ατελέσφορο της εκποίησης και η ορθή παρουσίασή τους ενώπιον των δικαστικών αρχών. Από τα προεκτεθέντα αποδεικνύεται επομένως ότι η αποδέσμευση της ακίνητης περιουσίας των οφειλετών του νόμου Κατσέλη αποτελεί πλέον μία ρεαλιστική δικονομική δυνατότητα και μία στρατηγική κίνηση που τους επιτρέπει να επαναποκτήσουν τα ινία της περιουσίας τους. Η δυνατότητα αυτή ανάγεται στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμά τους για την προστασία της ιδιοκτησίας τους.
Δέσποινα Θεοδώρου
Δέσποινα Θεοδώρου είναι Δικηγόρος Αθηνών, απόφοιτη και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου της Νομικής Σχολής Αθηνών με βαθμό «Άριστα». Εκπονεί διδακτορική διατριβή με θέμα τη διαφάνεια των γενικών όρων στις τραπεζικές συμβάσεις. Διαθέτει εμπειρία σε συστημική τράπεζα και μεγάλα δικηγορικά γραφεία, όπου διακρίθηκε για τη μαχητικότητα και την αποτελεσματικότητά της. Εξειδικεύεται στο Αστικό, Τραπεζικό και Εμπορικό Δίκαιο, με έμφαση στη ρύθμιση οφειλών και τις τραπεζικές διαφορές. Μιλά άπταιστα τέσσερις γλώσσες και διαθέτει πτυχίο επαγγελματικής μετάφρασης νομικών κειμένων.
Δικηγόρος, PhD Candidate
Λεωφόρος Κηφισίας 68, Αμπελόκηποι




